Παρασκευή, 1 Ιουλίου 2011

ΕΙΝ’ Η ΨΥΧΗ ΜΟΥ ΝΑΖΙΚΗ

Εἶν’ ἡ ψυχή μου ναζική, γιὰ αἷμα διψασμένη
μὲ ἅρματα καὶ ζβάστιγγες καὶ λύσσος πλουμισμένη


πάνῳ ἐδῷ σ’ αὐτὴ τὴ γὴ ἄνθρωποι δὲν ὑπάρχουν
μόνο σκουπίδια δίποδα ποὺ μόνο ὕλη ψάχνουν


τὸ ὀξυγόνο π’ ἀναπνέν, διόλου δὲν τὸ ἀξίζουν
κι ὅταν ὁ Χάρος τοὺς χτυπᾷ, οὐρλιάζουν καὶ γαβγίζουν


ὁ Διογένης Κυνικὸς ψάχνει μὲ τὸ φανάρι
κι ἀκόμα νὰ βρῇ ἄνθρωπο, ὁ Διάλος νὰ τοὺς πάρῃ


ζοῦμε κρυμμένοι στὶς Σκιές, στὸ διάβα τῶν Αἰώνων
μ’ ὑπομονὴ προσμένουμε τὸ πλήρωμα τῶν Χρόνων


ἡ Νίκη μέσ’ στὰ μάτια μας βαθειἆναι χαραγμένη
γιὰ τὴν «Ἀποκατάστασι» εἴμαστε ὡρκισμένοι


εἶν’ ἡ ψυχή μου ναζική, γιὰ αἷμα διψασμένη
μιᾶς Νέας Τάξης τὴν Αὐγὴ νὰ λάμψῃ περιμένει

ΚΑΡΚΙΝΟΜΑΖΕΣ (ΧΥΣΑΔΙΚΟ ΣΤΗΝ ΕΘΝΙΚΗ)

τσιμποῦκι πετροκέρασο καὶ ψωλατσιὸ στὸ πόδι
χυσομηνία χαλασμὸς στοῦ Τζέχουλα τὸ Ξόδι

χυσίδια ἀπαέρια κωλόπανο μπαγκάζι
στὴν ἐθνικὴ χυσάδικο ἄνοιξε καὶ μοιράζει:

κομμάτια καρκινόμαζες πακέτο ἤ στο χέρι
να τρῶν’ γυναῖκες καὶ παιδιά, κωλόγρῃες καὶ γέροι

εἶναι μὲ τρῖχες τυλιχτὲς καὶ ἐμετὸ σιρόπι
μὲ ξεραμμένο ἀπὸ χθὲς αἷμα καὶ πουτσοκόπι

κουνιοῦνται κι εἶναι ζῳντανές, τρέμουνε σὰ ζελέδες
μαζεύουν καὶ τεντώνονται σὰ σκάτινοι λουλέδες

σπυριὰ φουσκώνουν πάνω των, μὲ πῦον καὶ τρεμούλα
κι ὅπως μασᾶν τὰ σπάζουνε καὶ χύνεται στὰ οὖλα

ἀπὸ λεπρῆς περίοδο σάρκας κομμάτια στάζουν
ἀποφορὰ ὀργανικὴ μυρίζουν κι εὐῳδιάζουν

κοχλάζουν μέσ’στὸ στόμα των, τζμποτίζουν μὲ τοξῖνες
φουσκάλες καρκινόγιομες, ῥᾳδιοδιοξῖνες

ὀξεοζοῦμι σηπτικὸ τὸ στόμα πλημμυρίζει
καὶ τὸ γαμωστομάχι των, δjαβρώνει καὶ ξεσκίζει

βρωμοκοπᾷ ἀνόσια, ἀκόμα κι ἀπ’ ἀλάργα
ἀφ’ οὗ τὸ ἀποφεύγουνε καὶ τὰ πτωματοφάγα

τσιμπουκοτάφι πορνηρό, μὲ σπάτουλα καβάτζα
πολιτικὰ πουστόσκυλα πλένουνε χῦσσα λάτζα

στῆς Ἐλευσῖνας τὶς στοές, μέσα στὰ Καταβάσια
χύνj ὁ Μινώταυρος σπονδὲς καὶ νίβεται μὲ κλάσια

ὁ ποῦτσοζμ ἔχει λόξυγγα, ἔχει σπασμοὺς σὰν χύνῃ
κι οἱ κῶλοι μαστουρώνουνε ‘π’ τὴ γκαῦλα ποὺ τοὺς δίνει

Γαμῶ τὸν κωλοχριστὸ καὶ τὴν κωλοπαναγία Χυσοτᾶφι

ΕΛΛΑΔΟΣ ΓΑΜΩΤΑΦΕΙΟΣ ΠΕΡΙΗΓΗΣΙΣ (ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α' - ΑΘΗΝΑΙ))

Δαπίτισσες περήφανες ἄλλο δὲν εἶναι πιὰ

κείτονται τώρ’ ἀνάσκελα στῆς Σίνα τὴ μεριὰ

τουρῖστες Γάλλους χαιρετῶ πολὺ εὐγενικὰ

στὸ Σύνταγμα στὶς σκᾶλες καὶ σφίγγω μαχαιριὰ

στοῦ Γκαῖτε τὸ Ἰνστιτοῦτο, κάπου ἀπ’ ἔξῳ ‘κεῖ

περνοῦσα λίγο βιαστικὰ ἕνα λαμπρὸ πρωΐ

βρίσκω μιὰ ταγιερόγρῃα μ’ ἐφημερίδα «Ἑστία»

μπουνίδι χουλιγκάνικο κοτσάρισα στὴ θεία

βγαίνει ὁ γυιὸς ὁ ἀγγλοτραφὴς ποὺ ἄκουσε φωνὲς

τοὖπα «ἔτσι ξηγιόμαστε ἐμεῖς στὶς Ἀχαρνές»

μὲ ἕνα Datsun κόκκινο ἀράζω Κολωνάκι

καὶ κάνω στὶς γειτόνισσες τὸ πιό αἰσχρὸ καμάκι

μὲ τὰ πολλὰ φωνάξανε καὶ τὴν Ἀστυνομία

παιδιὰ ποὺ εἶχαν μέσον στὴ Νέα Δημοκρατία

μὲ ὕφος ἀδερφίστικο μοῦ κάνανε συστάσεις

μυδράλjο τότε τράβηξα, σοῦ λέω γαμῶ τὶς φάσεις

λίγο-πολὺ τελείωσα μὲ τὰ Νηοκλασσικὰ

λέω νὰ γαμήσω Φάληρο, παραλjακὴ μεριὰ

Ἀφ’ οὗ τὰ τζάκια τὰ ψηλὰ πλημμύρισα χυσάδα

κατέβηκα γιὰ θάλασσα, πέρασ’ ἀπὸ Γλυφάδα

μπουτοῦδες μὲ solarium εἶδα γυαλιστερὲς

ἐπάνῳ τους κατούρησα, κάνανε σὰ ντρελλὲς

σκούζανε καὶ τὶς βούτηξα εὐθὺς ἀπ’ τὰ μαλλιὰ

καὶ μπουκετίδια ἔσφιξα στὰ Gucci τὰ γυαλιὰ

χαχά!

«πάρ’τα μωρὴ ὑστερικιὰ ἄῤῥωστὴ πουτσομάννα

ποὺ σὲ γαμᾶν Βρουκόλακες στοῦ Χάρου τὴν Ἀλάνα»

τὴν ἔκανα φουριόζικα καὶ πῆγα παραλία

σὲ φουσκωτοὺς λουόμενους ἔσπασα τὰ κρανία

κάτ’ ἀπ’ ἕναν Εὐκάλυπτο τὴν ἔπεσ’ ἀραχτὸς

καὶ ἔπαιζα τὸ μποῦτζο μου σὰ νἄμουν Κυνικὸς

μέσα στὰ μάτια κύτταζα παπποῦδες μὲ παιδιὰ

αὐνανιζόμουν στὸ γκαζὸν τοῦ Ἅγιου Κοσμᾶ

μόλις ἐχύσα δυνατὰ σὲ ἕνα Smart ἀπάνῳ

βράδυασε κι εἶπα Φάληρο καπάκι νὰ τὴν κάνω

ἀλλοδαποὺς σφαλιάρωσα ποὺ ἦταν στὰ φανάρια

κι ἔριχνα στ’ αὐτοκίνητα κρυμμένος ἀγκωνάρια

νεκροὶ πολλοὶ γινόσαντε στὸ δρόμο καραμπόλες

πεθάνανε μεσοαστοί, μαλᾶκες καὶ καριόλες

ἀπὸ Συγγροῦ τὴν ἔστριψα καὶ σκότωσα τραβέλια

μπράβους ντυμένους κουστουμιὲς μαχαίρωσα στὰ σκέλια

κάτι ὁμοφυλόφιλοι κάνανε πῶς καὶ πῶς

νὰ πάρουν σφηνοτσίμπουκα στὴν Ὀλυμπίου Δjὸς

τὰ μάτια μου γυρίσανε καὶ τράβηξα Κατάνα

ἀνάπηρους τοὺς ἄφισα, τοὺς ἔκανα πουτάνα

περνῶντας ἀφ' Ὁμόνοια πούλησα λίγο πρέζα

τὴ νόθευσα καλά-καλὰ νὰ τοὺς σωριάσω τέζα

συνέχισα πρὸς τοῦ Ψυῤῥῆ καὶ ἔχεσα στὸ δρόμο

ἔξῳ ἀπόνα ῥεστωρὰν καὶ σκόρπισα τὸ ντρόμο

γύρῳ μαζεύτηκαν γιὰ νὰ μ' ἀκινητοποιήσουν

ἔ, τούτη ᾖταν κι ἡ στιγμὴ καντήλια γιὰ νὰ σβήσουν

πελᾶτες μαγαζάτορες καὶ μικροπωλητὲς

φόνευσα κατακέφαλα μὲ ὕφος ἀγενὲς

στὸ δρόμο γιὰ Κεραμεικό, πρὸς τὸ Μοναστηράκι

ἔσφαξα κάθε Ἀφγανό, Ἰνδόπουλο καὶ Πάκι

'κεῖ στὴν πλατεία τοῦ Γκαζιοῦ, στὶς τέσσερεις παρὰ

ἔριξα κάτj ἀνάποδες σὲ ἕξη πουσταριὰ

ἀμέσως τότε σπάσανε καὶ φώναξαν βοήθχεια

καὶ σκάσανε μπρατσόπουλα μὲ ξυρισμένα στήθχια

ἦρθαν καὶ κάτι φοιτηταὶ ποὺ ᾖσαν μεθυσμένοι

μὰ ὅταν ὅπλο τράβηξα, τὴν κάνανε χεσμένοι

ἄλλοι ψηλὰ τὰ χέρια τους, ἄλλοι κάτῳ στὸ χῶμα

μὰ ὅλους τοὺς ἐγάζωσα, ματῶσαν ἀπ'το στόμα

στὴ μπαλαιὰ τὴ γέφυρα περνάω ἀπὸ κάτῳ

σὲ κάτι ἰσλαμόπουστες τοὺς ἔσκαψα τὸ λάκκο:

γιόμισα μὲ πυρίτιδα ἕνα πενηνταράκι

καὶ τὸ παράτησα πιό 'κεῖ, σὰ νὰ μήν τρέχῃ κάτι

ἐγυάλισε στοὺς μπάσταρδους καὶ πῆγαν νὰ τὸ πάρουν

νομίσαν οἱ σκατόπουστες πὼς θὰ τὴ σκαπουλάρουν

ὅταν μπροστὰ τὸ βάλανε, φωτιὰ πῆρε εὐθὺς

κι αὐτοὶ ἀνατινάχθηκαν, ποῦ νἄσουνα νὰ δῇς!

γελῶντας πῆγα τρέχοντας στὴν Ἱερὰ Ὁδὸ

καὶ μέσα στὰ σκυλάδικα ξέρασα πανικὸ

μὲ πῆρε τὸ ξημέρωμα Αἰγάλεω σὰν ἔφτασα

μπούκαρα μέσα στὸ Μετρὸ καὶ στὸ βαγόνι ἔκλασα

κρότο μεγάλο ἔκαμα καὶ ἦρθε ἐλεγκτὴς

τὸν ἔπιασ' ἀπ' τὸν ὦμο του καὶ τοὖπα τὰ ἑξ ᾗς:

"γυιέ μου οἱ καιροὶ 'ναι δύσκολοι, κι ἐσὺ παρασιτεῖς

γι' αὐτὸ καὶ τὶς συνέπειες πρέπει νὰ ὑποστῇς"

τότε τονε μαχαίρωσα βαθειὰ μεσ'στὰ πλευρὰ

καὶ χέστηκε ἀπάνῳ του κι ἔκλασε δυνατὰ

κατέβηκα σὰν κύριος στάσι Μοναστηράκι

νὰ πάρω τὸ ἁμάξι μου νὰ πάω γιὰ καφεδάκι

πῆγα Ἁγιὰ Παρασκευή, σὲ μία καφετέργια

τρελλάκι λέτσο μ' εἴδανε, βάλαν οὐρὰ στὰ σκέλια

χαιρέτησα τ' ἀφεντικό, τοῦ ἔβρισα τὴ μάννα

ὁλόφρεσκο καυτὸ καφὲ τοῦ ἔφτυσα στὴ μάπα

σὲ ἕνα κυριλότσουλο "νὰ λέμε καὶ τὰ δίκῃα

τέτοια ἀρχιδοπούτανα τὰ ἔχει καὶ στὴ Νίκῃα

γι' αὐτὸ νὰ μήν μπερδεύεσαι ποὺ μοὔχεις καὶ τουπέ"

τὸ σῶμα καὶ τὴ μάπα της ἔκανα μπλέ μαρὲ

στὸ Μall μέσα στὰ Starbucks ἤπια πορτοκαλάδα

κατούρησα βιτρῖνες στὴν Polo καὶ στὴν Prada

βγῆκα στὴν Ἀττικὴ Ὁδό, δὲ μπλήρωσα διόδγια

καὶ στὴ Χασιὰ σὰν ἔφτασα εἶδα ἀρνιὰ καὶ βόδγια

τὰ ζᾶ τὰ πυροβόλησα γιατὶ δὲ ντὰ γουστάρω

σκότωσα κι ὅλα τὰ σκυλιά, ᾖταν νὰ μή ντὰ πάρω

περνῶντας ἀπ' Ἀσπρόπυργο σὲ γυφτογειτονιὲς

τσιγγάνοι μοῦ τὴν πέσανε μὲ κάτι Mercedes

γυφτάκια πέτρες πέταγαν κι ἐγὼ τὰ πυροβόλησα

ἄκουσα κλᾶμα παιδικό, καύλωσα καὶ τ' ἀμόλησα

κατσίβελλους - Ῥόμ - γύφτισσες σκότωσα στὰ ψυχρὰ

ἀπὸ τὰ νεογέννητα μέχρι τὸ Βασιλῃὰ

στὴ Μυριοφύτου τσούλησα, ἐκεῖ στὸ Κερατσίνι

τὰ εἶπα ὅλα στὸν Κούλογλου καὶ ἄρχισε νὰ δίνῃ:

- ἀνθρώπους γιατὶ φόνευσες; δὲν ἔπραξες καλῶς

καθένας εἶναι ἄξιος κι ἰσοποιοτικὸς

- Μητσάρα νιτσεόκαυλε σοὖπα δὲ μπάει ἔτσι

γιατὶ στὴν ἴδια μοῖρα βάζεις βίλα μὲ κοτέτσι;

"ψυχολογία" ἔλεγε, ὅπως καὶ τὸ ἑξ ᾗς:

"στὸ Πᾶν εἶν' ὅλοι φίλοι, ἀλλὰ καὶ συγγενεῖς"

τὸ ἔργο μου συνέχισα γιατ' εἶμ' ὑποσυνείδητος

στὸ δρόμο μου μπελὰ θὰ βρῇ ὁ κάθε ἀνεπιθύμητος

ΨΩΛΟΜΑΖΩΜΑΤΑ ΧΥΣΟΣΚΟΡΠΙΣΜΑΤΑ

εἶναι ὁ νόμος αὐστηρὸς
νεκρὸς γαμήθηκj ὁ Χριστὸς


πάνω σὲ κόπιες τῆς Τορὰχ

χύνουν Στοιχειὰ καὶ παίζουν Μπᾶχ


στὸ πχιάνο εἶν᾽ ὁ Βελζεβοῦλ
γαμιοῦντ᾽ ἀγγέλοι στὴ Καμποῦλ


λίγο πρὶν λήξῃ τὸ πουρὶμ
τὸ γκατουρῆσαν Νεφελῖμ


καὶ στῆς Κιουτάχjας τὰ βουνὰ
λῦγκες τιμοῦν τὸ σατανᾶ


πιάσαν τὸ Τζέχο φουσκωτοὶ
χῶσαν στὸ γκῶλο του σπαθὶ


ἀφηνjαζμένοι Ἀλβανοὶ
τονἐγαμῆσαν σὲ παχνὶ


πὰ στὸ χιτῶνα του σκατὰ
λάσπη, χυσχιὲς καὶ ξερατὰ


ξύδι τοῦ δώσανε νὰ πχῇ
καὶ τοῦ γαμῆσαν τὴ μπζυχὴ


ποιὸ μπροσκυνᾶτε ῥὲ μουνιὰ
μπήγω στὸ γκῶλο σας σουβλ
j

γαμῶ τὸ ντάφο σας πουστιὰ

θὰ σᾶς ξηλώσω τὰ νεφρὰ


γῦζα θὰ φᾶτε σὲ κουβὰ
κοἲ κόρεσας θἀκοῦν Ῥουβᾶ

ΜΕΣΩ ΑΥΤΗΣ ΤΗΣ ΣΕΛΙΔΟΣ ΕΓΕΝΝΗΘΗ ΕΝΑ ΝΕΟ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟ ΡΕΥΜΑ, Ο «ΦΑΣΙΣΤΙΚΟΣ ΥΠΕΡΡΕΑΛΙΣΜΟΣ».

Ἀφῃρημένον ΙΧ

Τσιμπουκοκαῦλj ἀειθαλὲς

κωλογαμῆσι εἰδεχθὲς

κι ὁ Σατανὰς ὁ μερακλὴς

γαμᾷ Χριστὸ καὶ πίνει Nes


σὲ καύσωνα καὶ σὲ χιονιὰ

θὰ ξολμπαχύνω ναζικὰ

χυσοκαϊμάκι φραπεδιὰ

στοῦ Καθαρτήρjου τὰ στενὰ


σκλατζουνομποῦκι τρανταχτὸ

ψωλοστριφόνι χωνευτὸ

χυσοπιλάφι στὴ φωτιὰ

νὰ φάj τὸ ψωλαγωνικὸ


ἅηντε γαμήσου κοπριὰ

ἑβραῖε ψωλοκουμπαρὰ

ξεφτυλομούνη τζεχυσὲ

νὰ σοῦ νεκρώσω τὴ σπορὰ


ψωλοσαρίκι κυκλωτὸ

γύρῳ ἀπ’τοῦ Χότζα τὸ λαιμὸ

καὶ πουτσοσούβλι φουρνιστὸ

μέσα στοῦ Χότζα τὸ λαιμὸ


καρκιναριόλης σκωπτικὸς

γαμιέται παλj ὁ ψωλοστὸς

χώνει στὴ ζοῦφρα του τρακτὲρ

καὶ μειδιᾷ ὁ τραγικὸς