Καργιολομούνικο τσουλὶ
ἄπληστο πουτανάκι
βρώμικη σκύλα τσιμπουκλοῦ
γαμιόλα Βουγιουκλάκη
τὴ Γκρήτj ὅλη μπουκάργιασες
βούντηγκζες μὲς τὸ χύσι
καὶ στὴν Ἀθήνα ἔφυγες
νὰ φᾷς λεχρὸ γαμῆσι
τὸ γκῶλο σοῦ ξεπάτωσαν
καὶ σἔκαναν βεντέτα
γιὰ σταριλίκι ψόφαγες
χυμένἠσουν σερβιέττα
ἕνα φριχτὸ γαμώκρεας
ἐφόραγες γιὰ σῶμα
γι᾽ αὐτὸ σὲ γάμησαν στοιχειὰ
σὰν σἔφαγε τὸ χῶμα
ἤσουν κενόδοξο μουνὶ
γέννησες ἕνα μπούστη
ποὺ τὸν γαμᾶνε Ἀλβανοὶ
στὴν κλίνη τοῦ Προκρούστη
τῶρα ὁ Χάρος σὲ γαμᾷ
μὲ σουβλερὸ καλέμι
καὶ τσιμπουκώνεις δαίμονες
στοῦ ᾍδη τὸ χαρέμι
Σάββατο 24 Απριλίου 2010
ΠΟΥΤΑΝΑ ΒΟΥΓΙΟΥΚΛΑΚΗ
ΠΟΙΗΜΑ
ΛΕΞΙΦΛΟΚΙΟΝ
LEXICUM GAMOTAPHICUM
(Οἱ προπαροξύτονες ἑπτασύλλαβες δημιουργοῦν τὸ ἀπόλυτα γαμηδερὸ ἠχοκραδασμικὸ fireball-φλογοσφαίριο):
Χαμουροπατόσκυλα
Καπελοχυσόμαγκες
Ξυλοσφοντιλόψωλος
Πουτσοζαντολάστιχα
Ταβερνοχυσότητες
Τσιμουχοπουτσόφλατζες
Μπαρμπουτοχαμόπουστο
Γρουμπουροκραμπόφλωρας
Μπαζουκοχυσπέρματα
Ταμπουρλοπουτσόχτυποι
Καμπανοταυρόψωλοι
Σαβουρομπαρόκπουστες
Κραμπαροτραβιόψωλοι
Σταφιδοβυζόγριες
Χυσοτραπεζώματα
Χυσομαλλιοκούβαρα
Σιχτιρογκρατζόπουστας
Σαμπανοχυστάγματα
Χαμουροστριγκόγριες
Καπνιζοπουτσώγματα
Γραππαρχιδαρμέγματα
Γουρουνοσκατόμουνο
Χυσοπαζαρέματα
Ψωλοξελιγώματα
Τουμπανοχυσόκωλος
Ψωλοτερματίσματα
Ψωλοκαροτσέρηδες
Καζανομπεκρόγρια
Σκλαγγανομπαρτζώγκανος
Κυπελοχυσόπουστοι
Χυσοαναδίπλωσις
Μπαζουροχτικόχυσα
Κουρουνοπαλτόψωλος
Στακανογρεμπόμουνο
Σαπουνοχυσιέρηδες
Ῥουφογαϊδουρόπουστες
Κραιπαλογαμώτζαλος
Ψωλοκενταυρότσουλα
Τραγουροκαριόλπουστες
Πουτζανοδιάσεισις
Ψουλουνοκατάγματα
Στεγανοπουτσώγματα
Κλαπουτσοταπώματα
Καρβουνοπουτσόγρια
Σκουληκομπουχέσπουστος
Ταμπουρλοπουτσόθρησκος
Στρατζανογαμώθεος
Σιχαμοσκατάπουστρο
Χυσοθαλασσόλυκοι
Γραμπαρογαμώσπιτος
Χυσοβομβαρδιστικό
Ὀκτασύλλαβες:
Ἀστακοπουτσοχυσάδα
Ψωλοκαμπαρντινόπουστας
Και μερικά σε δωρική διάλεκτο:
Γαμάσια ή Δαμάσια
Πόρνα
Γαμώσιος ή Δαμώσιος
Πούστας
Ξεκώλας, Καριόλας, Γαμιόλας, Κοπρίτας, Ἀρχίδας κλπ
Σάββατο 10 Απριλίου 2010
ΟΠΟΙΟΣ ΤΗ ΜΟΔΑ ΑΚΟΛΟΥΘΗ
νεκρὰ τὰ τέκνα του νὰ δῇ
νὰ σιγολοιώσῃ σἂ σκυλί
κι ὅλο τὸ βιός του νὰ καῇ
μοδᾶτες τοῦ πεταματοῦ
μουνόσκυλα τοῦ πεθαμοῦ
ὑπάνθρωποι γύρῳ παντοῦ
Τῦφος στὸν κῶλο τους ντουγροῦ
καρκῖνο βγᾶλ'τε ῥὲ χτικιᾶ
ψοφῆστ' ἀπὸ βλεννόῤῥοια
ὅλα σας θᾶφτε τὰ παιδιᾶ
μέσα σὲ κρεματόρια
ἄ ῥὲ γαμνιόλα παναγιά
γαμῶ τὴ μοῦνα σου βαθειά
πουστογεννήτρια ξανά
θὰ σοῦ ξηλώσω τὰ νεφρᾶ
γαμῶ τὴν ἀνθρωπότητὰ
ψόφος φριχτὸς στὰ τρωκτικά
αἷμα νὰ δῶ νὰ σπαρταρᾷ
κι ὅλη ἡ Γῆς ν' ἀναῤῥιγᾷ
Νέκρα καὶ μαῦρο μακελειό
θρῆνο νὰ δῶ καὶ Πανικό
πένθιμος ἴσκιος καὶ βαρὺς
νὰ σβήσῃ αὐτὸν τὸν συρφετό
γαμῶ τὶς μόδες σας χτικιᾶ
ποζάρετε σἂν πορναριά
Ὕβρις καὶ Ἐγωπάθειὰ
πέστε ψοφῆστε τώρα-δά
ΣΑΤΑΝΟΠΛΑΝΟ
μέσα σὲ ἀροπλάνο
νὰ παίζω τάβλι καὶ black-jack
μαζὺ μὲ τὸ Σατάνο
ᾖταν ἡ ὄψι του τραχειὰ
μαύρη σἂν τὸ κατράμι
ἔβριζε μᾶννες καὶ Χριστὸ
καὶ ἔφτυνε μπαχλάμι
τὸ βλέμμα του καρφώνονταν
στὶ συνοδοὺς μὲ λῦσσα
τὰ πούλια καὶ τὴ ντράπουλα
πλημμύρισε μὲ χῦσσα
ξάφνου γυρίζει καὶ μοῦ λὲ
«τοὺς πούστηδες δικᾶστε,
σκοτῶστε τοὺς ἀριστεροὺς
καὶ τὰ τσουλιὰ κρεμᾶστε»
«κωλογαμῆξι σφηνωτὸ
καὶ ποῦτσα τεφαρίκι
wehrmacht φοράει ἡ ψυχὴ
καὶ χύνει ναζικλίκι»
«κάποτε», εἶπε, «γάμησα
μιὰ Φλαμανδὴ στὸ Ἄργος»
αὐτὰ τὰ λόγια ξέρασε
κι εὐθὺς ἔγινε τρᾶγος
λίγο μασούλησε σανὸ
ῥεύτηκε σἂν ἀρχίδι
φόρεσε ἀλεξίπτωτο
καὶ χάθηκε σὰ φίδι
ΦΑΣΚΑΝΑΜΕΣΑ
σισίνο δίκταμο σκουμπρὶ γογγῦλι μιλημένο
λακέρδι φασκανάμεσα φτοῦ μύτο νὰ βασκάνῃ
τονᾶρι ἀλιθρίνωτο τὸ πουτσοσταῦρι πιάνει
ΧΛΟΥΦΙ
διπλοτσέκουρο, δρεπάνι, χῦσι καὶ στὸ ἅγιο φῶς
ταφογᾶμι καὶ χεσμός, ὁ Σατανικὸς Λοιμός:
χυσοκάτουρο ἀδειάζει πάνῳ σ' ὅλο σας τὸ βιός
